Offcanvas
Offcanvas
Κύπρος
Σ. Αγγελίδης για «Κράτος Μαφία»: Προκρίνει διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών
17-06-2026
Ο νομικός Σίμος Αγγελίδης επισημαίνει σε δηλώσεις του την αδυναμία της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της διαφθοράς στο να προχωρήσει η ίδια σε ανακριτική διαδικασία και καταχώριση υποθέσεων ενώπιον δικαστηρίου, με βάση τον νόμο του 2017 και του 2022
Την ανάγκη διορισμού ανεξάρτητων ανακριτών για την υπόθεση του Κράτους Μαφία και της προάσπισης του θεσμού της Νομικής Υπηρεσίας με την αυτοεξαίρεση του Γενικού Εισαγγελέα και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα σημειώνει ο νομικός Σίμος Αγγελίδης, μιλώντας στο ΚΥΠΕ σε σχέση με το περιεχόμενο της ανακοίνωσης του πορίσματος και τα επόμενα βήματα για την υπόθεση. Είπε επίσης ότι οι ανεξάρτητοι ανακριτές θα πρέπει να διοριστούν από το Υπουργικό Συμβούλιο και όχι από τον Γενικό και Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, σημειώνοντας επίσης ότι αυτοί δεν θα πρέπει να προέρχονται από τη Νομική Υπηρεσία.
Ανέδειξε παράλληλα την αδυναμία της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της διαφθοράς στο να προχωρήσει η ίδια σε ανακριτική διαδικασία και καταχώριση υποθέσεων ενώπιον δικαστηρίου, με βάση τον νόμο του 2017 και του 2022.
Να διασφαλιστεί ο θεσμός της Νομικής Υπηρεσίας
Εξέφρασε τη θέση ότι «στην προκειμένη περίπτωση μάλλον υπάρχει ένα σοβαρότατο ζήτημα, το οποίο είμαι βέβαιος ότι και ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας, και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας θα γνωρίζουν και θα προασπιστούν τον θεσμό και συνεπώς δεν θα επιτρέψουν να υπάρξει οποιαδήποτε σκιά να επικρέμεται». Σημείωσε ότι, λόγω της ιδιάζουσας σχέσης η οποία υπήρχε με τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον κύριο Νίκο Αναστασιάδη, δηλαδή της δεδηλωμένης δημόσια σαραντάχρονης πορείας φιλίας, το γεγονός ότι συμμετείχαν στο Υπουργικό Συμβούλιο και το γεγονός ότι τους διόρισε ο ίδιος ο διερευνώμενος στη θέση που σήμερα κατέχουν, θα εξαιρεθούν. Ανέφερε ότι αυτό θα πρέπει να γίνει, «όχι διότι υπάρχει πραγματική υποψία ότι δε θα διαχειριστούν ορθά την έρευνα, αλλά διότι πρέπει να φαίνεται η όλη διαδικασία ότι είναι ορθή, ότι είναι διαφανής, ότι δεν υπάρχει καμία σκιά και καμία υποψία ούτε για ζητήματα αμεροληψίας, ούτε για ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων».
Τόνισε ότι «εξαίρεση των δύο συνεπάγεται αυτόματα και εξαίρεση του οποιουδήποτε ο οποίος υπάγεται εις αυτούς εντός της Νομικής Υπηρεσίας από το να αναλάβει την εξέταση της όλης διαδικασίας», προσθέτοντας ότι θα πρέπει να διοριστούν ανεξάρτητοι ποινικοί ανακριτές που δεν θα προέρχονται από τη Νομική Υπηρεσία, οι οποίοι θα καθοδηγούν και θα προΐστανται της διαδικασίας και βεβαίως θα συνεργάζονται και με την αστυνομία και με τη Νομική Υπηρεσία.
«Διότι και πάλι μπορεί στα μάτια και του νόμου αλλά και της κοινής γνώμης να φαίνεται ότι αυτή η έρευνα που θα γίνει δεν θα είναι ανεξάρτητη και αμερόληπτη. Και πρέπει να διασφαλιστεί ο θεσμός. Πρέπει να διασφαλιστεί η ανάγκη να λειτουργούμε με χρηστή διοίκηση και ως ένα κράτος δικαίου μέσα σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο. Είναι θέση αρχής» συμπλήρωσε.
Αναφέροντας ότι η Νομική Υπηρεσία εξέδωσε ανακοίνωση ότι αναμένει το πόρισμα για να το εξετάσει, ο νομικός Σίμος Αγγελίδης είπε επίσης ότι η απόφαση για αυτοεξαίρεση πρέπει να είναι ανεξάρτητη από το περιεχόμενο του πορίσματος, ενώ εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι ο Γενικός και ο Βοηθός θα υιοθετήσουν, ούτως ώστε να μην υπάρξει οποιαδήποτε αμφισβήτηση της διαδικασίας περαιτέρω.
Όπως ανέφερε, η πρακτική ακολουθήθηκε και επιδοκιμάστηκε και από δικαστήριο στο παρελθόν. «Άρα υπάρχει συνταγή, υπάρχει προηγούμενο και μπορεί να γίνει αυτό το πράγμα» είπε.
Διορισμός ανεξάρτητων ανακριτών από το Υπουργικό
Τόνισε επίσης ότι από την ώρα που θα υπάρξει αυτός ο αυτοπεριορισμός και αυτοεξαίρεση του Γενικού και του Βοηθού, προφανώς δεν θα πρέπει να είναι αυτοί οι οποίοι θα διορίσουν τους ανεξάρτητους ανακριτές, σημειώνοντας ότι συνεπώς, οι ανεξάρτητοι ανακριτές θα πρέπει να διοριστούν από το Υπουργικό Συμβούλιο, ακριβώς για να αποφευχθεί η οποιαδήποτε αρνητική υπόνοια ή σκιά, ακόμα και σε σχέση με αυτόν τον διορισμό.
Σχολιάζοντας το κατά πόσο δημιουργείται κάποιο ζήτημα για λήψη τέτοιας απόφασης από το Υπουργικό Συμβούλιο, δεδομένου ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο οποίος είναι ο επικεφαλής του Υπουργικού Συμβουλίου ήταν μέλος της Κυβέρνησης Νίκου Αναστασιάδη, είπε ότι με βάση το νόμο την απόφαση λαμβάνει το Υπουργικό Συμβούλιο και όχι ο Πρόεδρος, συμπληρώνοντας ότι «ο νόμος προβλέπει αυτή τη στιγμή δύο άτομα, δύο εξουσίες οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να διορίσουν ανεξάρτητους ποινικούς ανακριτές, ή ο Γενικός Εισαγγελέας ή το Υπουργικό Συμβούλιο».
Σχολίασε ότι με βάση το υπάρχον σύστημα, θα πρέπει να επιλεγεί η λιγότερο επαχθής ή δυσμενής λύση.
Είπε επίσης ότι σε αυτή τη φάση είναι πολύ σημαντικό «όταν θα γίνει ο διορισμός, να καμφθεί ή να απαλειφθεί η οποιαδήποτε σκιά, ακόμα και σε σχέση με το ίδιο το υπουργικό συμβούλιο».
Σε ερώτηση για το κατά πόσο θα πρέπει οι ανεξάρτητοι ποινικοί ανακριτές να είναι πρόσωπα από το εξωτερικό, είπε ότι «δεν θεωρώ ότι δεν υπάρχουν ικανότατοι συνάδελφοι ή και πρώην δικαστές οι οποίοι μπορούν να διαχειριστούν το θέμα».
Πρόσθεσε ωστόσο ότι η ύπαρξη τρίτου προσώπου από το εξωτερικό έχει βοηθήσει στην περίπτωση της Ανεξάρτητης Αρχής και ίσως αυτή η πρακτική να είναι καλό να ακολουθηθεί και στην προκειμένη περίπτωση, «ακριβώς για να υπάρχει η έξωθεν καλή μαρτυρία και η διασφάλιση του περί δικαίου αισθήματος, το οποίο είναι αναγκαίο να υπάρχει».
Σχολίασε ότι αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου υπάρχει μια πλήρης απαξίωση των θεσμών. Στην προκειμένη περίπτωση ανέφερε, βλέπουμε μία τουλάχιστον εν πρώτοις, εμπλοκή πρώην αξιωματούχων, δικαστή, αστυνομικού, νομικών και άλλων προσώπων. «Άρα έχουμε όλο το φάσμα από πρόεδρο, εκτελεστική εξουσία, νομοθετική εξουσία, δικαστική εξουσία και ακόμα και τις εποπτικές αρχές, οι οποίες φαίνεται να έχουν εν πρώτοις τουλάχιστον κάποιαν σχέση με συγκεκριμένα αδικήματα, τα οποία αποδίδονται σε αυτούς και τα οποία θα πρέπει να διερευνηθούν.
«Άρα, για να μπορούμε να επαναφέρουμε την εμπιστοσύνη του κόσμου, πρέπει να κάνουμε ακόμα και πιο μεγάλα βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, για να μπορεί να ανακτηθεί αυτή η εμπιστοσύνη. Διαφορετικά, αντιλαμβάνεστε, σε ένα κράτος όπου οι πολίτες νιώθουν ότι όλοι οι θεσμοί είναι διάτρητοι και προβληματικοί, δεν θα μπορεί να λειτουργήσει ποτέ κατά τον τρόπο που θα επιθυμούσαμε όλοι».
Αρμοδιότητες της Αρχής κατά της Διαφθοράς
Σε σχόλιο ότι θα πρέπει να εξεταστεί η αύξηση των αρμοδιοτήτων και των δυνατοτήτων της ανεξάρτητης αρχής και για σκοπούς χρόνου διότι τώρα ξεκινά μια άλλη χρονοβόρα διαδικασία, ο κ. Αγγελίδης ανέφερε ότι δεν είναι μόνο θέμα χρόνου αλλά υπάρχει και το ενδεχόμενο κάποιες από τις καταθέσεις να αλλοιωθούν και να διαφοροποιηθούν, άρα υπάρχουν διάφοροι κίνδυνοι.
«Θα έπρεπε αυτή η επιτροπή να έχει πιο πολλά δόντια», είπε, σημειώνοντας ότι αυτό ήταν κάτι που λέχθηκε από την αρχή».
Είπε επίσης ότι «δυστυχώς και το 2017 και το 2022 όταν γίνονταν οι συζητήσεις, επιλέγηκε να μην δοθεί αυτή η απόλυτη ανεξαρτησία» να μπορούν δηλαδή να προχωρούν σε ανακρίσεις αυτού του τύπου και να προχωρούν οι ίδιοι στη συγκεκριμένη καταχώρηση ποινικών υποθέσεων, όταν και εφόσον κατέληγαν στα δικά τους συμπεράσματα.
Αυτό βεβαίως επιβάλλει και επιτάσσει να αυξηθεί το κονδύλι, να αυξηθούν οι αρμοδιότητες, να υπάρχει η απόλυτη ανεξαρτησία, δηλαδή να μην υπάρχει εξάρτηση της μισθολογίας σε σχέση με τη λειτουργία αυτής της αρχής.
Διότι αντιλαμβάνεστε, όταν η αρχή ο σκοπός της είναι να διερευνήσει διαφθορά συστημική ή άλλη, ο πιο εύκολος τρόπος να διασφαλίσεις ότι η αρχή δεν θα δουλέψει είναι να τη στραγγαλίσεις αναφορικά με τη δυνατότητα της να έχει επάρκεια σε σχέση με οποιαδήποτε ζητήματα οικονομικά.
Σημείωσε ότι η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων και δυνατοτήτων της Αρχής είναι κάτι που εναπόκειται στη Βουλή και το Υπουργικό «στο τέλος θα πρέπει να καταλήξουν στο ότι ναι, πράγματι, χρειαζόμαστε μια σύγχρονη αρχή, η οποία να έχει εξουσίες και εργαλεία για να φτάσει μέχρι τέλους εκεί και όπου διαπιστώνει ότι υπάρχει κάτι το οποίο είναι μεμπτό και προβληματικό», ανέφερε.
Δεν δημοσιοποιείται το πόρισμα
Ο κ. Αγγελίδης διευκρίνισε επίσης ότι αυτό που έχει δημοσιοποιηθεί είναι η ανακοίνωση του πορίσματος, όχι το ίδιο το πόρισμα. Αναφέροντας ότι η ανακοίνωση δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο το τεκμήριο της αθωότητας πρόσθεσε ότι έχει εκδοθεί επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, εξηγώντας ότι αυτό σημαίνει ότι είναι πιο πιθανό να ισχύουν αυτά τα οποία αποδίδονται σε εκείνους που αποδίδονται, παρά να μην ισχύουν.
Εξήγησε επίσης ότι η Αρχή, μελέτησε και αξιολόγησε την τελική έκθεση των λειτουργών επιθεώρησης, και αποφάσισε να υιοθετήσει μέρος αυτού, σχολιάζοντας ότι «δεν ξέρουμε, από τη στιγμή που δεν δημοσιοποιείται η έκθεση των λειτουργών ούτε και το ίδιο το πόρισμα, ποια είναι η έκταση της διαφοροποίησης».
Πρόσθεσε ότι «μπορεί να έχει υιοθετήσει το 90%, μπορεί να έχει υιοθετήσει μόνο το 10%. Μπορεί η έκθεση των λειτουργών να έλεγαν ότι υπάρχουν εκατό αδικήματα εναντίον εκατό προσώπων. Αυτά δεν μπορούμε να τα γνωρίσουμε. Άρα καλό θα ήταν η αρχή να δώσει έστω μία διευκρίνιση επί του σημείου αυτού, για σκοπούς διαφάνειας και πλήρης ενημέρωσης.
Είπε επίσης ότι «καταγράφουμε το γεγονός ότι οι αναφορές που γίνονται αφορούν μόνον τα πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα», άρα μπορεί στο ίδιο πόρισμα να περιέχονται και άλλα φυσικά πρόσωπα, τα οποία να μην είναι πολιτικά εκτεθειμένα και τα οποία απλά να μην έχουν καταγραφεί στην χθεσινή ανακοίνωση.
Σχολιάζοντας αν αυτά τα πρόσωπα θα είναι υπόλογα ενώπιον της δικαιοσύνης είπε ότι εάν και εφόσον προχωρήσουν σε ανακριτικές διαδικασίες πλέον και αν αυτές οι ανακριτικές διαδικασίες καταλήξουν σε συγκεκριμένα ευρήματα για τα οποία να κριθεί σκόπιμο να συνταχθεί κατηγορητήριο, είπε ότι ναι, υπάρχει ενδεχόμενο και άτομα τα οποία δεν ονοματίζονται αυτή τη στιγμή διότι δεν είναι ΠΕΠ, να βρεθούν κατηγορούμενα.
Ο Σίμος Αγγελίδης αναφέρθηκε επίσης στο ζήτημα των μηνυμάτων της δικηγόρου του Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ, Τατιάνας Μπερσέδα, σημειώνοντας ότι υπήρξε διαφωνία μεταξύ της επικεφαλής των λειτουργών επιθεώρησης, κυρίας Μακιντάιρ, και των τριών Κύπριων λειτουργών επιθεώρησης ως προς την αποδεικτική τους αξία.
Πηγή: ΚΥΠΕ
Διαβάστε επίσης: 13 πρόσωπα και δύο εταιρείες στον τελικό πίνακα του πορίσματος για το "Κράτος Μαφία"