Offcanvas
Offcanvas
Ο Ντόναλντ Τραμπ προαναγγέλλει «οικονομική D-Day» κατά του Ιράν, απειλώντας με βαριές συνέπειες όσες χώρες το στηρίζουν, με την Κίνα να βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας αμερικανικής στρατηγικής
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι η Ουάσιγκτον ετοιμάζεται να εξαπολύσει αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε «οικονομική D-Day» εναντίον του Ιράν, κλιμακώνοντας δραματικά τις πιέσεις προς την Τεχεράνη και προειδοποιώντας με βαριές οικονομικές συνέπειες οποιαδήποτε χώρα συνεχίσει να της παρέχει οικονομική ή εμπορική στήριξη.
Η νέα απειλή του Αμερικανού Προέδρου αποτυπώνει την αυξανόμενη απογοήτευσή του για την άρνηση του Ιράν να συνθηκολογήσει, παρά τις εβδομάδες στρατιωτικών πληγμάτων και τον αμερικανικό αποκλεισμό που έχει περιορίσει δραστικά τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου.
Ο Τραμπ δεν διευκρίνισε ποια ακριβώς μέτρα σκοπεύει να λάβει. Ωστόσο, η προειδοποίησή του ότι θα στραφεί εναντίον των εμπορικών και οικονομικών εταίρων του Ιράν έφερε αμέσως στο προσκήνιο την Κίνα, η οποία αγοράζει τη συντριπτική πλειονότητα του ιρανικού πετρελαίου που εξακολουθεί να φτάνει στις διεθνείς αγορές.
Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Τραμπ προειδοποίησε ότι «οποιαδήποτε χώρα επιτρέπει στα χρηματοπιστωτικά της ιδρύματα, στις επιχειρήσεις, στα αεροδρόμια ή στους κρατικούς φορείς της να παρέχουν οποιουδήποτε είδους σανίδα σωτηρίας στο Ιράν θα αντιμετωπίσει η ίδια ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ οικονομικές συνέπειες».
Παράλληλα, επιχείρησε να κινητοποιήσει τις χώρες που μέχρι σήμερα έχουν αποφύγει να στηρίξουν την αμερικανική στρατιωτική εκστρατεία, τονίζοντας ότι οι ΗΠΑ χρειάζονται «όλους τους συμμάχους μας» προκειμένου να βοηθήσουν στην «απομόνωση και την ήττα της ιρανικής απειλής».

Η Ουάσιγκτον στρέφεται στον οικονομικό πόλεμο
Η τοποθέτηση του Τραμπ ήρθε λίγο μετά την προειδοποίηση του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, ότι η Ουάσιγκτον είναι έτοιμη να εξαπολύσει ένα νέο κύμα οικονομικών μέτρων.
Η αλλαγή της αμερικανικής ρητορικής υποδηλώνει ότι οι ΗΠΑ, αντιμέτωπες με ελλείψεις πυρομαχικών, αυξανόμενο οικονομικό κόστος και υπερεκτεταμένες στρατιωτικές δυνάμεις, επιδιώκουν να μετατοπίσουν μεγαλύτερο μέρος της πίεσης από το στρατιωτικό στο οικονομικό πεδίο.
Μέχρι στιγμής, η στρατιωτική εκστρατεία δεν έχει οδηγήσει σε συνθηκολόγηση του Ιράν, παρά το γεγονός ότι έχει εξοντωθεί μεγάλο μέρος της ανώτατης ηγεσίας της χώρας και οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν υποστεί τεράστιες απώλειες.
Παραμένει, πάντως, ασαφές τι είδους νέα οικονομική τιμωρία μπορούν να επιβάλουν οι ΗΠΑ σε μια χώρα που βρίσκεται υπό βαριές κυρώσεις εδώ και δεκαετίες.
Η προσπάθεια να πληγούν περαιτέρω οι πωλήσεις ιρανικού πετρελαίου ενέχει επίσης τον κίνδυνο μιας νέας αντιπαράθεσης με το Πεκίνο. Η Κίνα αγοράζει σχεδόν το σύνολο των σημερινών ιρανικών εξαγωγών αργού, γεγονός που την καθιστά ουσιαστικά τον σημαντικότερο οικονομικό δίαυλο της Τεχεράνης προς τον υπόλοιπο κόσμο.
Μια τέτοια σύγκρουση θα μπορούσε ταυτόχρονα να περιπλέξει τις προσπάθειες του Τραμπ να παρατείνει την εμπορική εκεχειρία με τον Πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ, τον οποίο σχεδιάζει να υποδεχθεί στις ΗΠΑ τον επόμενο μήνα.
«Αυτή είναι η μεγάλη κόκκινη γραμμή που χαράσσει ο Τραμπ με αυτή την ανάρτηση», σχολίασε ο Μπρετ Έρικσον, managing principal της Obsidian Risk Advisors. «Απευθύνεται σε μία χώρα και μόνο σε μία χώρα: την Κίνα. Η Κίνα είναι μακράν η οικονομική σανίδα σωτηρίας του Ιράν».
Το πλήγμα από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
Η αμερικανική εκστρατεία απέκτησε νέα δυναμική μία ημέρα νωρίτερα, όταν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διέκοψαν τις οικονομικές σχέσεις τους με το Ιράν, επικαλούμενα «κλιμακώσεις που υπονομεύουν την περιφερειακή και διεθνή ειρήνη και ασφάλεια».
Η εξέλιξη θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για την Τεχεράνη, καθώς τα ΗΑΕ συγκαταλέγονταν τα τελευταία χρόνια στους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους του Ιράν. Η ιρανική οικονομία βασιζόταν στη συγκεκριμένη σχέση τόσο για την πρόσβαση σε ξένα προϊόντα όσο και για την εξασφάλιση σκληρού νομίσματος.
Ωστόσο, το Ιράν έχει μακρά εμπειρία επιβίωσης υπό καθεστώς οικονομικών κυρώσεων. Είχε αντέξει και την πολιτική «Μέγιστης Πίεσης» που είχε εφαρμόσει ο Τραμπ κατά την πρώτη προεδρική θητεία του, μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία της εποχής Ομπάμα για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Στόχος η επιστροφή της Τεχεράνης στις διαπραγματεύσεις
Βασικός στόχος του Τραμπ είναι να εξαναγκάσει το Ιράν να επιστρέψει σε νέες διαπραγματεύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε οριστικό τερματισμό του πολέμου, εγκατάλειψη του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης και απελευθέρωση των Στενών του Ορμούζ.
Ένα τέτοιο πλαίσιο είχε επιχειρηθεί με το μνημόνιο κατανόησης που υπέγραψαν οι δύο πλευρές τον Ιούνιο, το οποίο όμως στη συνέχεια κατέρρευσε μέσα σε έναν νέο κύκλο αμοιβαίων επιθέσεων.
Μέχρι στιγμής, η απάντηση του Ιράν στις αμερικανικές απειλές είναι να προβάλλει δικές του οικονομικές απαιτήσεις, μεταξύ των οποίων αποζημιώσεις για τις ζημιές που έχει υποστεί στη διάρκεια του πολέμου και πιθανή επιβολή τελών για τη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ.
Οι εξελίξεις διατηρούν ισχυρές ανοδικές πιέσεις στην αγορά πετρελαίου. Οι τιμές του αργού συμπλήρωσαν τέσσερις συνεχόμενες συνεδριάσεις ανόδου, με το αμερικανικό WTI παράδοσης Οκτωβρίου να διαπραγματεύεται πάνω από τα 84 δολάρια το βαρέλι, ενώ το Brent έκλεισε κοντά στα 92 δολάρια.
Ο παράγοντας Ορμούζ και η πίεση στον Τραμπ
Η επίλυση της σύγκρουσης αποκτά ολοένα μεγαλύτερη πολιτική σημασία και για τον ίδιο τον Τραμπ, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με υψηλές τιμές βενζίνης, αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τον πόλεμο και ανησυχίες στους Ρεπουμπλικανούς για το ενδεχόμενο απώλειας του ενός ή και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, ο Τραμπ έφθασε ακόμη και στο σημείο να απειλήσει με βομβαρδισμό το Ομάν, σύμμαχο των ΗΠΑ που έχει διαδραματίσει κατά περιόδους ρόλο διαμεσολαβητή, εάν εμποδίσει την αμερικανική στρατηγική.
Οι απειλές του Ιράν κατά της εμπορικής ναυσιπλοΐας έχουν ουσιαστικά παραλύσει την κίνηση μέσω των Στενών του Ορμούζ, ενώ ο αντι-αποκλεισμός που διέταξε ο Τραμπ έχει περιορίσει σοβαρά τη δυνατότητα της Τεχεράνης να εξάγει το δικό της πετρέλαιο.
Ο συνδυασμός του αμερικανικού αποκλεισμού, των ζημιών που έχουν προκαλέσει οι αμερικανοϊσραηλινοί βομβαρδισμοί και των χρόνιων εσωτερικών προβλημάτων της ιρανικής οικονομίας έχει οδηγήσει τον πληθωρισμό κοντά στο 80%, ενώ το ιρανικό νόμισμα έχει χάσει σχεδόν 30% της αξίας του μέσα στο 2026.
Οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι, εάν η σύγκρουση παραταθεί, το Ιράν κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπο με μία από τις σοβαρότερες οικονομικές κρίσεις στην ιστορία της χώρας των περίπου 90 εκατομμυρίων κατοίκων.
Ο Τραμπ έδωσε μάλιστα μια πρώτη εικόνα των δραστηριοτήτων που θέλει να μπλοκάρουν οι οικονομικοί εταίροι της Τεχεράνης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ανταλλακτήρια συναλλάγματος, μεταφορές μετρητών, συμφωνίες swap, νηολόγια πλοίων, εταιρείες-βιτρίνες και δίκτυα λαθρεμπορίου πετρελαίου.
Με την Ουάσιγκτον να αναζητεί πλέον τρόπους να κλείσει σχεδόν κάθε οικονομική δίοδο προς την Τεχεράνη, η νέα φάση της αντιπαράθεσης μεταφέρει το βάρος από το πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε έναν ολοκληρωτικό οικονομικό πόλεμο, στον οποίο η στάση της Κίνας ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστική.
Πηγή: newmoney.gr
Διαβάστε επίσης: ΗΠΑ: Το δημόσιο χρέος έσπασε για πρώτη φορά το φράγμα των $40 τρισ. – Καμπανάκι για δημοσιονομική κρίση