Offcanvas
Offcanvas
Για τον δρα Μαρίνο Βουκή η συζήτηση δεν είναι αν μειώθηκαν οι υποχρεώσεις αναφοράς, αλλά αν οι επιχειρήσεις γνωρίζουν πού χάνουν χρήματα, πού εκτίθενται σε κινδύνους και πώς θα παραμείνουν ανταγωνιστικές τα επόμενα χρόνια.
Συνέντευξη στη Βάσια Καττή
Ο δρ Μαρίνος Βουκής, Sustainability Expert, θεωρεί ότι η βιωσιμότητα έχει μπει σε μια νέα φάση, όπου η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στις υποχρεώσεις αναφοράς και στις κανονιστικές απαιτήσεις. Όπως αναφέρει στο Economy Today, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με προκλήσεις που επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία και την πορεία τους, από το ενεργειακό κόστος και την πρόσβαση σε χρηματοδότηση μέχρι τις νέες απαιτήσεις της αγοράς.
Μέσα από τη συνέντευξή του εξηγεί γιατί η βιωσιμότητα πρέπει να συνδέεται με τις οικονομικές αποφάσεις των επιχειρήσεων και όχι να αντιμετωπίζεται ως μια ξεχωριστή διαδικασία συμμόρφωσης. Παράλληλα, αναφέρεται στα κενά που εξακολουθούν να εντοπίζονται στην κυπριακή αγορά και στα ζητήματα που εκτιμά ότι θα απασχολήσουν όλο και περισσότερο τις επιχειρήσεις τα επόμενα χρόνια, από τη λειψυδρία και τη διαχείριση του νερού μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη και το αυξανόμενο αποτύπωμα της ψηφιακής οικονομίας.
Δεν μειώθηκαν οι κίνδυνοι
Πολλές επιχειρήσεις βρίσκονται σήμερα σε στάση αναμονής μετά τις αλλαγές που έφερε το Omnibus. Ποια βήματα θεωρείτε ότι δεν πρέπει να αναβάλουν, ανεξάρτητα από το τι θα προβλέπει τελικά η νομοθεσία;
Οι επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να ταυτίσουν τη μείωση των υποχρεώσεων reporting με τη μείωση του επιχειρηματικού κινδύνου. Το reporting περιορίστηκε προσωρινά λόγω του Omnibus, αλλά οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τους τρεις πυλώνες της αειφόρου ανάπτυξης (Περιβάλλον, Κοινωνία, Οικονομία) όπως για παράδειγμα η ενέργεια, οι εκπομπές, η εφοδιαστική αλυσίδα, το νερό, το κλίμα και η διακυβέρνηση παραμένουν.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι υπάρχουν ορισμένα βήματα που δεν πρέπει να αναβληθούν, όπως η μέτρηση του ενεργειακού και ανθρακικού αποτυπώματος, ο εντοπισμός των ουσιαστικότερων ESG κινδύνων, η αξιολόγηση της εφοδιαστικής αλυσίδας, ο καθορισμός συγκεκριμένων στόχων και KPIs και η ενσωμάτωση της βιωσιμότητας στον επιχειρηματικό και επενδυτικό σχεδιασμό.
Δεν χρειάζεται κάθε επιχείρηση να δημιουργήσει έναν τεράστιο μηχανισμό ESG. Αυτό που χρειάζεται είναι να γνωρίζει πού είναι εκτεθειμένη και πού μπορεί να δημιουργήσει αξία. Η σωστή ερώτηση για τους Οργανισμούς πλέον δεν είναι «είμαι υποχρεωμένος να κάνω reporting;», αλλά «ποιοι κίνδυνοι βιωσιμότητας μπορούν να επηρεάσουν το κόστος, τη χρηματοδότηση και την ανταγωνιστικότητά μου;».
Η Ευρώπη αλλάζει ρότα
Από τη δική σας σκοπιά, η Ευρώπη επιχειρεί να κάνει το ESG πιο εφαρμόσιμο για τις επιχειρήσεις ή βλέπουμε τα πρώτα σημάδια μιας ευρύτερης μετατόπισης στις προτεραιότητες της βιώσιμης ανάπτυξης;
Θεωρώ ότι συμβαίνουν και τα δύο, αλλά όχι με την έννοια μιας εγκατάλειψης της βιώσιμης ανάπτυξης. Η Ευρώπη περνά από μία περίοδο έντονης κανονιστικής επέκτασης σε μια περισσότερο πραγματιστική φάση, επιχειρώντας να συνδυάσει την πράσινη μετάβαση με την ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή ασφάλεια και τη μείωση του διοικητικού κόστους.
Η αναθεώρηση της CSRD και η σημαντική απλοποίηση των ESRS δείχνουν ξεκάθαρα αυτή την αλλαγή προσέγγισης. Η Ε.Ε. με τις αποφάσεις αυτές ουσιαστικά επικοινωνεί πως απαιτείται λιγότερη γραφειοκρατία και περισσότερο focus στα πραγματικά ουσιώδη ζητήματα.
Δεν βλέπω, επομένως, το τέλος του ESG. Βλέπω μια μετάβαση από το ESG ως άσκηση συμμόρφωσης και reporting προς το ESG ως εργαλείο διαχείρισης κινδύνων, επενδύσεων και ανταγωνιστικότητας. Και θεωρώ ότι αυτή η εξέλιξη, εφόσον εφαρμοστεί σωστά, μπορεί τελικά να κάνει τη βιωσιμότητα περισσότερο και όχι λιγότερο ουσιαστική.
Το σημαντικότερο κενό
Παρά τις αλλαγές στη CSRD, πολιτικές όπως το CBAM, η τιμολόγηση του άνθρακα και οι ευρωπαϊκοί κλιματικοί στόχοι παραμένουν σε ισχύ. Πόσο έτοιμες είναι οι κυπριακές επιχειρήσεις για αυτή τη νέα πραγματικότητα και πού εντοπίζετε τα μεγαλύτερα κενά;
Όπως έχω ξαναδηλώσει σε παλαιότερή σας έκδοση, υπάρχουν κυπριακές επιχειρήσεις που έχουν κάνει σημαντική πρόοδο, όμως συνολικά θεωρώ ότι βρισκόμαστε ακόμη σε μεταβατικό στάδιο. Ιδιαίτερα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις συναντούμε συχνά περιορισμένη δυνατότητα οργανωμένης μέτρησης εκπομπών ή/και άλλων ESG δεδομένων, έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και την αντίληψη πως η βιωσιμότητα αποτελεί κυρίως θέμα συμμόρφωσης.
Το σημαντικότερο κενό, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι η σύνδεση της βιωσιμότητας με τις οικονομικές αποφάσεις της επιχείρησης. Οι διοικήσεις προβληματίζονται: πόσο κοστίζει η ενεργειακή εξάρτηση; Πώς επηρεάζει μια επένδυση ενεργειακής απόδοσης τα λειτουργικά έξοδα; Πώς επηρεάζει ο άνθρακας την αλυσίδα αξίας; Ποιοι φυσικοί κλιματικοί κίνδυνοι μπορούν να επηρεάσουν περιουσιακά στοιχεία και δραστηριότητες;
Για την Κύπρο μας, με βάση την τρέχουσα κατάσταση, το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό λόγω του ενεργειακού κόστους και της σχετικά υψηλής εξάρτησής μας από ορυκτά καύσιμα. Η μετάβαση, επομένως, δεν είναι μόνο περιβαλλοντική πρόκληση αλλά ζήτημα οικονομικής ανταγωνιστικότητας.
Να βγαίνουν οι αριθμοί
Όταν μια επιχείρηση παλεύει με το κόστος ενέργειας, τις αυξήσεις στα έξοδα και τις πιέσεις της αγοράς, γιατί πρέπει να συνεχίσει να επενδύει στη βιωσιμότητα;
Πρέπει να συνεχίσει να επενδύει στη βιωσιμότητα ακριβώς επειδή αντιμετωπίζει αυτές τις πιέσεις. Η βιωσιμότητα δεν θα πρέπει να παρουσιάζεται ως ένα επιπρόσθετο κόστος που επιβάλλεται στην επιχείρηση. Οι σωστές επενδύσεις βιωσιμότητας δύνανται να μειώσουν το κόστος, τον κίνδυνο ή και τα δύο.
Για παράδειγμα, η ενεργειακή αποδοτικότητα, η αυτοπαραγωγή ενέργειας, η μείωση αποβλήτων, η καλύτερη διαχείριση νερού και πρώτων υλών μπορούν να έχουν άμεσο οικονομικό αποτέλεσμα. Παράλληλα, η καλύτερη διαχείριση ESG κινδύνων μπορεί να επηρεάσει την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, τις ασφαλιστικές ανάγκες, τις σχέσεις με μεγάλους πελάτες και τη δυνατότητα συμμετοχής σε διεθνείς αλυσίδες αξίας.
Το κρίσιμο όμως είναι να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η βιωσιμότητα στις διοικήσεις των Οργανισμών. Δεν αρκεί να λέμε ότι μια επένδυση είναι «πράσινη». Πρέπει να μπορούμε να δείξουμε το business case: πόσο κοστίζει, πόσο εξοικονομεί, ποιον κίνδυνο μειώνει και σε πόσο χρόνο αποδίδει. Αυτά τα δεδομένα είναι απαραίτητα να καταγράφονται, αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος η επικοινωνία να εισέρχεται στο φάσμα του greenwashing, το οποίο έχω αναλύσει σε παλαιότερες δημοσιεύσεις.
Νερό και AI ανεβαίνουν στην αντζέντα
Μέχρι σήμερα η συζήτηση γύρω από το ESG επικεντρωνόταν κυρίως στο περιβάλλον και το κλίμα. Ποια θέματα θεωρείτε ότι θα βρεθούν πιο ψηλά στην ατζέντα των επιχειρήσεων τα επόμενα χρόνια;
Το κλίμα και η ενέργεια θα παραμείνουν κεντρικά, αλλά θεωρώ ότι θα δούμε πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων και στις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ περιβαλλοντικών, κοινωνικών και τεχνολογικών κινδύνων. Τα παγκόσμια προβλήματα, τα οποία αναπόφευκτα επηρεάζουν τους Οργανισμούς, είναι πολυδιάστατα και η επίλυσή τους απαιτεί πολυεπιστημονική προσέγγιση.
Η διαχείριση του νερού και η λειψυδρία θα αποκτήσουν ιδιαίτερη σημασία για χώρες όπως η Κύπρος μας. Επιπρόσθετα, η βιοποικιλότητα, η κυκλική οικονομία και η ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων θα ανεβαίνουν στην ατζέντα.
Παράλληλα όμως αναδεικνύεται ένας νέος μεγάλος άξονας που απασχολεί και τις διοικήσεις των παγκόσμιων κολοσσών: η υπεύθυνη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης και η σχέση AI–βιωσιμότητας. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να αντιμετωπίσουν ζητήματα διακυβέρνησης, διαφάνειας, ανθρώπινου κεφαλαίου και δεοντολογίας, αλλά ταυτόχρονα και το αυξανόμενο ενεργειακό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα της ψηφιακής οικονομίας.
Επομένως, το ESG των επόμενων χρόνων πιστεύω ότι θα αφορά λιγότερο τη δημιουργία μιας ωραίας έκθεσης και περισσότερο την ανθεκτικότητα, την τεχνολογία, τους ανθρώπους και την ικανότητα της επιχείρησης να παραμένει ανταγωνιστική σε έναν κόσμο αυξανόμενων περιβαλλοντικών και γεωπολιτικών πιέσεων. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν μια φυσιολογική εξέλιξη και έχει ιδιαίτερη σημασία οι κυπριακές επιχειρήσεις να λειτουργήσουν διορατικά, να αφουγκραστούν έγκαιρα τα κελεύσματα των καιρών και να ενεργήσουν προληπτικά, ώστε η Κύπρος να παραμείνει ανταγωνιστική διεθνώς.