Offcanvas
Offcanvas
Κύπρος
Νέα άνοδος στο κατασκευαστικό κόστος - Από €150.000 έως €363.000 η μέση τιμή ενός διαμερίσματος
22-07-2026
Κατά 3% αυξήθηκαν τα κατασκευαστικά υλικά και κατά 10,8% οι τιμές των διαμερισμάτων – Οι προτιμήσεις των αγοραστών και οι εκτιμήσεις για την πορεία των τιμών
Της Μαρίας Καραΐσκου
Συνεχίζει την ανοδική του πορεία το κατασκευαστικό κόστος καθώς και οι τιμές των ακινήτων. Σύμφωνα με την Στατιστική Υπηρεσία, ο Δείκτης Τιμών Κατασκευαστικών Υλικών σημείωσε ετήσια άνοδο 3%. Τα μεταλλικά προϊόντα σε ετήσια βάση αυξήθηκαν 5%, τα προϊόντα από ξύλο και τα μονωτικά 4% και τα ηλεκτρομηχανολογικά είδη 3% (Ιούνιος 2026 / Ιούνιος 2025).
Βασικοί παράγοντες της αύξησης των κατασκευαστικών υλικών, σύμφωνα με τον CEO της Ask Wire, Παύλο Λοΐζου, αποτελούν οι διεθνείς τιμές χάλυβα και χαλκού, το ενεργειακό κόστος, οι εφοδιαστικές αλυσίδες και η έντονη οικοδομική δραστηριότητα.
Άλμα στις τιμές των διαμερισμάτων
Σημειώνουμε ότι οι αριθμοί της Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν ότι οι τιμές των διαμερισμάτων στο πρώτο τρίμηνο του έτους αυξήθηκαν σχεδόν 10,8% ετησίως και των κατοικιών 3%.
Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και τα δεδομένα συναλλαγών της Ask Wire για το α' εξάμηνο 2026, η μέση τιμή πώλησης διαμερίσματος διαφοροποιείται σημαντικά ανά επαρχία, και συγκεκριμένα:
- Λεμεσός: ~€363.000
- Πάφος: ~€262.000
- Λευκωσία: ~€183.000
- Λάρνακα: ~€171.000
- Αμμόχωστος: ~€150.000
«Ακριβότερη παραμένει η Λεμεσός όπου καθοριστικό ρόλο παίζουν οι σύγχρονες παραθαλάσσιες αναπτύξεις και οι πύργοι υψηλής αξίας. Ακολουθούν η Πάφος, η Λευκωσία, η Λάρνακα και η Αμμόχωστος.
«Αξίζει να σημειωθεί ότι η Λευκωσία, παρότι στηρίζεται κυρίως στην εγχώρια ζήτηση, κατέγραψε άνοδο σε σχέση με το 2025. Ειδικότερα, η τιμή πώλησης ενός διαμερίσματος δύο υπνοδωματίων, επιφάνειας περίπου 75–90 τ.μ., κινείται κοντά ή ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο κάθε επαρχίας. Το τελικό ύψος της επηρεάζεται από την περιοχή, την ηλικία και την ενεργειακή κλάση του ακινήτου, καθώς και, στις παραθαλάσσιες επαρχίες, από την απόστασή του από τη θάλασσα», ανέφερε ο Παύλος Λοΐζου.
Ηγείται η Λάρνακα
Όπως εξήγησε, η πόλη που καταγράφει την ισχυρότερη άνοδο στις τιμές είναι η Λάρνακα, με τον δείκτη να αυξάνεται περίπου 8,9% ετησίως, ενώ η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε σε Λεμεσό και Πάφο.
«Τα δικά μας στοιχεία επιβεβαιώνουν τη δυναμική. Μόνο στη Λάρνακα καταγράψαμε 1.521 συναλλαγές διαμερισμάτων το α' εξάμηνο, τον υψηλότερο όγκο στο νησί. Οι λόγοι: ισχυρή ξένη ζήτηση, σχετική προσιτότητα της Λάρνακας έναντι της Λεμεσού, χαμηλότερη βάση τιμών, βελτιώσεις υποδομών και σταθερή μισθωτική απόδοση από σύγχρονα, ενεργειακά αποδοτικά διαμερίσματα ενός–δύο υπνοδωματίων κοντά στη θάλασσα», πρόσθεσε.
Τα διαμερίσματα με την ισχυρότερη ζήτηση
Ερωτηθείς σχετικά με το πώς διαμορφώνεται η ζήτηση σήμερα, ο Παύλος Λοΐζου εξήγησε ότι, παραμένει σαφώς ισχυρή και χωρίς σημάδια κάμψης.
«Το 2025 οι συναλλαγές έφτασαν σε υψηλό 17ετίας, με μεταβιβάσεις €4,7 δισ. Η δυναμική συνεχίστηκε. Σο α' τρίμηνο 2026 τα πωλητήρια έγγραφα αυξήθηκαν κατά 13,8%. Τα δικά μας στοιχεία δείχνουν υψηλούς όγκους σε όλες τις επαρχίες. Κινητήριος μοχλός οι ξένοι αγοραστές (στην Πάφο φτάνουν το 75% των συναλλαγών) με στήριξη από την εγχώρια ζήτηση, καθώς ο δανεισμός για κατοικία αυξήθηκε 24,5% και τα επιτόκια υποχώρησαν στο ~3,15%», υπέδειξε.
Πρόσθεσε, ότι την ισχυρότερη ζήτηση έχουν τα σύγχρονα διαμερίσματα ενός και δύο υπνοδωματίων κοντά στη θάλασσα.
Εκτιμήσεις για το 2026
Ο Παύλος Λοΐζου εκτιμά ότι η ανοδική πορεία των τιμών θα συνεχιστεί αλλά με πιο ήπιους ρυθμούς και σε μονοψήφια επίπεδα.
«Οι προβλέψεις για το 2026 συγκλίνουν σε περίπου 3–5% ετησίως σε επίπεδο νησιού, με περιοχές όπως η Λάρνακα να υπεραποδίδουν, ενώ τα νεότερα διαμερίσματα με καλή ενεργειακή κλάση αναμένεται να ανατιμηθούν περισσότερο, στο +4–6%. Η υποχώρηση των επιτοκίων στηρίζει τη ζήτηση, όμως η προσιτότητα, οι περιορισμοί προσφοράς και η γεωπολιτική αβεβαιότητα περιορίζουν το ενδεχόμενο νέας απότομης ανόδου. Τα μεγάλα πολυτελή ακίνητα ενδέχεται να υστερήσουν, καθώς εξαρτώνται από επιφυλακτικούς αγοραστές υψηλού εισοδήματος. Συνολικά, αναμένω σταθεροποίηση με ανθεκτικότητα, χωρίς ενδείξεις διόρθωσης», κατέληξε.