Οι οικονομολόγοι, οι αναλυτές και οι καταναλωτές προσπαθούν ακόμη να κατανοήσουν τις επιπτώσεις της ανακοίνωσης των δασμών του Τραμπ.
Το σχέδιο προβλέπει βασικό δασμό 10% σε όλους τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, καθώς και δασμούς έως και 50% σε χώρες με τις οποίες οι ΗΠΑ έχουν εμπορικό έλλειμμα. Οι εισαγωγές από την Κίνα, τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία, για παράδειγμα, αντιμετωπίζουν δασμούς 34%, 25% και 24%, αντίστοιχα. Τα προϊόντα από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα επιβαρύνονται με εισφορά 20%.
Η αντίδραση των επενδυτών ήταν άμεση. Ο S&P 500 έκλεισε την επόμενη συνεδρίαση καταγράφοντας πτώση 4,8% και τώρα βρίσκεται περισσότερο από 12% κάτω από το υψηλό του Φεβρουαρίου.
Η κύρια ανησυχία των αναλυτών είναι η οικονομική αναταραχή. Εάν άλλες χώρες απαντήσουν στις αυξήσεις δασμών του Τραμπ με αύξηση των αντίστοιχων δικών τους, μια κλιμακούμενη σύγκρουση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εμπορικό πόλεμο, ο οποίος, σύμφωνα με τους οικονομολόγους, θα μπορούσε να επιβραδύνει την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη.
Αφού οι δασμοί εισπράττονται από τις εισαγωγικές εταιρείες, οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι οι εταιρείες με έδρα τις ΗΠΑ που χρησιμοποιούν ξένα αγαθά είναι πιθανό να μετακυλήσουν τουλάχιστον ένα μέρος του κόστους των δασμών στους πελάτες – μια κίνηση που θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό.
Εάν οι δασμοί παραμείνουν στα πρόσφατα ανακοινωθέντα επίπεδα, ο μέσος συντελεστής επί όλων των αμερικανικών εισαγωγών θα ανέλθει στο 18,8%, από 2,5% το 2024, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Tax Foundation.
Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος στις εισαγωγές δε σημαίνει ότι θα μετακυλήσουν ανάλογο κόστος στους καταναλωτές.
Οι καταναλωτές είναι απίθανο να αισθανθούν όλο το βάρος των αυξήσεων, ιδίως από τη στιγμή που οι επιχειρήσεις γνωρίζουν ότι οι πελάτες τους αισθάνονται ήδη οικονομικά πιεσμένοι, δήλωσε πρόσφατα στο CNBC ο Τζέφρι Ρόουτς, επικεφαλής οικονομολόγος της LPL Financial. Παρά ταύτα, ορισμένες τιμές θα αυξηθούν, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
«Οι υψηλότεροι δασμοί θα προκαλέσουν πιθανότατα 3% έως 5% περισσότερο πληθωρισμό τον επόμενο ενάμιση χρόνο από ό,τι θα είχαν οι ΗΠΑ χωρίς αυτούς», υποστήριξε ο Μπιλ Άνταμς, επικεφαλής οικονομολόγος της Comerica Bank. Με τον πληθωρισμό να βρίσκεται σήμερα στο 2,8%, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει αύξηση 2 ποσοστιαίων μονάδων φέτος, ακολουθούμενη από αύξηση 1 μονάδας το επόμενο έτος.
Ενώ η αναθέρμανση του πληθωρισμού θα μπορούσε να πιέσει την οικονομία, ο Άνταμς και άλλοι οικονομολόγοι πιστεύουν ότι υπάρχουν ακόμη περιθώρια ανάπτυξης, παρά τα εμπόδια.
«Μια ύφεση κατά τους επόμενους 12 μήνες φαίνεται πιο πιθανή από ό,τι φαινόταν στις αρχές του έτους, αλλά εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι η οικονομία πιθανότατα θα καταγράψει ανάπτυξη το 2025 και ειδικότερα το 2026, επειδή φαίνεται πιθανό ότι η κυβέρνηση θα χρησιμοποιήσει τα φορολογικά έσοδα από τους δασμούς για να χρηματοδοτήσει εν μέρει τις ευρύτερες φορολογικές περικοπές που θα τεθούν σε ισχύ το επόμενο έτος», ανέφερε ο ίδιος.
Βραχυπρόθεσμη αστάθεια
Όπως τονίζουν πολλοί αναλυτές της Wall Street, οι αγορές δε μισούν τίποτα περισσότερο από την αβεβαιότητα. Παρόλο που οι επενδυτές έλαβαν την απάντησή τους σχετικά με τους δασμούς που θα επιβάλει η κυβέρνηση, παραμένουν μεγάλα ερωτήματα σχετικά με το πώς αυτοί οι δασμοί θα μπορούσαν να εξελιχθούν με την πάροδο του χρόνου, συμπεριλαμβανομένων πιθανών υψηλότερων δασμών από άλλες χώρες.
Ενώ τα πράγματα ηρεμούν, «οι αγορές θα είναι κάπως νευρικές», υποστηρίζει ο Σκοτ Χέλφσταϊν, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής της Global X.
Μεταξύ των ερωτημάτων στα οποία οι επενδυτές θα εξακολουθούν να αναζητούν απαντήσεις είναι το αν θα παραμείνουν οι δασμοί στα σημερινά επίπεδα.
«Θα περιμέναμε ότι οι δασμοί θα μειωθούν από τα επίπεδα που ανακοίνωσε ο πρόεδρος», έγραψε σε πρόσφατο σημείωμά του ο Μαρκ Χέφελε, επικεφαλής επενδύσεων στην UBS Global Wealth Management.
«Ο ίδιος ο πρόεδρος κάλεσε τις χώρες σε διαπραγματεύσεις και ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε σε συνέντευξή του στο Bloomberg ότι οι δασμοί που ανακοινώθηκαν είναι το υψηλότερο ποσοστό και ότι οι χώρες θα μπορούσαν να λάβουν μέτρα για να τους μειώσουν», τόνισε.
Ωστόσο, οι εισφορές δε θα συρρικνωθούν σημαντικά. Όταν ρωτήθηκε αν ο Τραμπ θα μπορούσε να αντιστρέψει την πορεία του ή αν πρόκειται ίσως για μια διαπραγματευτική τακτική, ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ Χάουαρντ Λούτνικ απάντησε ξεκάθαρα. «Δεν νομίζω ότι υπάρχει καμία πιθανότητα», δήλωσε σε συνέντευξή του στο CNN. «Πρόκειται για την αναδιάταξη του παγκόσμιου εμπορίου, σωστά; Αυτό πρόκειται να συμβεί».
Ορισμένοι εμπορικοί εταίροι μπορεί να μη δεχτούν αυτή την τακτική και έχουν ήδη απαντήσει με δικά τους δασμολογικά μέτρα. Η Κίνα και η ΕΕ, για παράδειγμα, έχουν ήδη ανακοινώσει σχέδια για οικονομικά αντίμετρα.
Συνολικά, όμως, η οικονομία των ΗΠΑ έβαινε προς την ανακοίνωση των δασμών έχοντας δείξει κάποια σημάδια θεμελιώδους ισχύος, συμπεριλαμβανομένης μιας ανθεκτικής αγοράς εργασίας και ενθαρρυντικών εταιρικών κερδών, όπως τόνισε ο Χέλφσταϊν.
Ακόμη και αν τα πράγματα είναι επισφαλή βραχυπρόθεσμα, τα θέματα που αναμενόταν να οδηγήσουν την ανάπτυξη της αγοράς μακροπρόθεσμα – όπως τα κέρδη στην τεχνητή νοημοσύνη και την αυτοματοποίηση – παραμένουν απαράλλακτα, προσέθεσε. Οι επενδυτές μπορεί απλώς να πρέπει να περιμένουν μέχρι οι εταιρείες να ξεδιαλύνουν τις επιχειρηματικές στρατηγικές που σχετίζονται με τους δασμούς.
Πηγή: newmoney.gr